Η ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΜΦΥΛΗΣ ΒΙΑΣ
Εισήγηση της κας Νίκης Βασιλοπούλου,
Αντιπροέδρου Ένωσης Γυναικών Δικηγόρων Αθηνών και Φίλων Ελένη Καρύδη
-από την από 22/03/2023 Ημερίδα της 'Ενωσής μας, η οποία διεξήχθη από κοινού σε συνδιοργάνωση με το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών.-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ :
Σήμερα είμαι εδώ, ενώπιόν Σας για να μιλήσω για κάποιες ηρωίδες μάνες,
αδερφές, συζύγους, κόρες, ηρωίδες γυναίκες, που εξ ανάγκης εγκατέλειψαν ή
εκδιώχθηκαν από τις πατρίδες τους, που τόλμησαν να εκτεθούν σε κακουχίες και
κινδύνους, που παρά την βία που υπέστησαν, λόγω του φύλου τους, προσπαθούν να
ορθώσουν το ανάστημά τους, να αντλήσουν δύναμη από τα τραύματά τους και με
τόλμη και δίψα για ζωή, να ενταχθούν στους νέους τόπους, αποτελώντας πηγή
έμπνευσης για όλες και όλους εμάς.
Είμαι εδώ για να μιλήσω για όλες τις Γυναίκες Πρόσφυγες, αυτές στις οποίες
αναγνωρίσθηκε η προσφυγική ιδιότητα, αυτές που αιτήθηκαν άσυλο και αναμένουν
θετική απάντηση, αυτές που πρόκειται να απελαθούν, γιατί απορρίφθηκε το αίτημά
τους, κυρίως όμως για αυτές που λόγω του φύλου τους κι ως αποτέλεσμα των
έμφυλων ανισοτήτων, εκτός από το σκληρό πρόσωπο της προσφυγιάς βίωσαν την
έμφυλη βία. Αλλά, και για τα μέτρα που η Πολιτεία, η Κοινωνία των Πολιτών, αλλά
και εμείς ως άτομα, μπορούμε να λάβουμε για να βοηθηθούν και να ενταχθούν με τον
πιο ομαλό και παραγωγικό τρόπο στους νέους τόπους.
Πρόσφυγας με βάση το άρθρο 1 της Σύμβασης για το Καθεστώς των
Προσφύγων, γνωστής και ως Σύμβασης της Γενεύης του 1951, που στην Ελλάδα
κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3839/1959, όπως συμπληρώθηκε με το Πρόσθετο
Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον
Α.Ν. 389/1968, είναι το πρόσωπο, που λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για
λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ορισμένη κοινωνική ομάδα ή
λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και εξαιτίας αυτού του φόβου δίωξης αδυνατεί ή δεν
επιθυμεί να απολαμβάνει την προστασία της χώρας καταγωγής της ή την επιστροφή
σε αυτήν.
Βασική αρχή στη Σύμβαση που αποτελεί κανόνα του εθιμικού διεθνούς
δικαίου είναι η μη-επαναπροώθηση, σύμφωνα με την οποία ο πρόσφυγας δεν πρέπει
να επιστρέφεται σε χώρα όπου απειλείται η ζωή ή η ελευθερία του. Η προστασία των
προσφύγων έχει βέβαια, κι άλλες διαστάσεις, όπως τον σεβασμό των βασικών
ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και την ακώλυτη πρόσβαση σε δίκαιες και
αποτελεσματικές διαδικασίες ασύλου.
Με βάση στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, έως τα τέλη Ιουνίου
του 2022, περισσότερα από 103 εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον κόσμο, δηλαδή 1
άνθρωπος στους 77, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν τον δρόμο της προσφυγιάς.
Σύντομη ιστορική αναδρομή και νομοθετική αντιμετώπιση: Η χώρα μας
αποτέλεσε πόλο έλξης Προσφυγικών και Μεταναστευτικών Ροών κατ’ επανάληψη
στην σύγχρονη ιστορία της, με μια από τις πιο σημαντικές, αυτήν, της περιόδου
1990-2011, μετά την πτώση των σοσιαλιστικών κρατών, ότε και χαρακτηρίστηκε, ως
«η πύλη της Ευρώπης για την παράνομη μετανάστευση».
Τον Ιούνιο του 2013 ξεκινά η λειτουργία της Υπηρεσίας Ασύλου που
συστάθηκε με τον νόμο 3907/2011 και είναι η αρμόδια για την εξέταση αιτημάτων
διεθνούς προστασίας, καθώς και η λειτουργία της Αρχής Προσφυγών ως το
δευτεροβάθμιο όργανο προσφυγών. Με τον νόμο 4251/2014 χορηγείται άδεια
διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σε πολίτες τρίτων χωρών που μεταξύ άλλων
κατηγοριών έχουν, με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, χαρακτηριστεί
θύματα εμπορίας ανθρώπων καθώς και σε θύματα ενδοοικογενειακής βίας, κατά
τα οριζόμενα στο ν. 3500/2006.
Το 2015, έτος κορύφωσης της προσφυγικής κρίσης σε ολόκληρη την Ευρώπη
πάνω από 850.000 παράτυποι μετανάστες, από την Μέση Ανατολή, την Αφρική και
την Ασία, φθάνουν στην χώρα μας. Ενώ με την κομβική Συμφωνία της 18ης
Μάρτιου 2016 μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, για την, από 20 Μαρτίου
2016 και μετά, παύση εισδοχής παράτυπων μεταναστών στα ελληνικά νησιά μέσω
της Τουρκίας, την επιστροφή από την Ελλάδα όσων δεν αιτούνταν άσυλο ή η αίτησή
τους απορριπτόταν και την επανεγκατάσταση ενός μόνο Σύριου πρόσφυγα από την
Τουρκία προς την Ε.Ε. για κάθε έναν μόνο Σύριο πρόσφυγα που επιστρέφεται από
την Ελλάδα προς την Τουρκία, με τον νόμο 4375/3.4.2016 συστήνεται η Υπηρεσία
Υποδοχής και Ταυτοποίησης και εγκαινιάζεται ένα σύστημα πρώτης (1 ης ) υποδοχής
και καταγραφής στοιχείων και αναγκών όσων παράτυπα εισέρχονται στην Ελλάδα.
Λίγο αργότερα, με τον νόμο 4636/2019 ξεκινάει η λειτουργία των hotspot, δηλαδή
των Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.) εντός των οποίων
υποχρεωτικά διαμένουν όσοι εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια, χωρίς νόμιμες
διατυπώσεις. Πρόσφατα, με το Π.Δ. 77/17-11-2022 ξεκινούν να λειτουργούν οι
Κλειστές Ελεγχόμενες Δομές (Κ.Ε.Δ.) στα νησιά και οι Ελεγχόμενες Δομές
Προσωρινής Φιλοξενίας στην ενδοχώρα. Έτσι, όσοι υποβάλουν αίτημα διεθνούς
προστασίας μεταφέρονται στην ηπειρωτική χώρα ή παραμένουν υπό ελεγχόμενο
καθεστώς εντός των hotspot (Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.), όσοι
δεν υποβάλλουν αίτημα ασύλου ή αυτό απορριφθεί μεταφέρονται σε κέντρο
προαναχωρησιακής κράτησης και απελαύνονται. Σημαντική είναι και η λειτουργία
των Δομών Φιλοξενίας που συστάθηκαν, (με τον ν. 3907/2011 που τροποποιήθηκε
με τον ν. 4375/2016), με τη συγχρηματοδότηση προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και διεθνών φορέων, όπως η Κοινωνία των Πολιτών, που προσφέρουν
προσωρινή διαμονή και στήριξη στους αιτούντες άσυλο και υπηκόους τρίτων χωρών
που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, μεταξύ άλλων κατηγοριών, στα θύματα
βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλης ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας
και στα θύματα εμπορίας ανθρώπων.
Τον Φεβρουάριο του 2022, ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε την
μεγαλύτερη προσφυγική κρίση μεταπολεμικά, στην Ευρώπη. Μέχρι τις 8 Αυγούστου
2022 στην Ελλάδα είχαμε συνολικά 75.945 Ουκρανούς πρόσφυγες. Σε αυτούς θα
πρέπει να προστεθούν ακόμα 18.786 πρόσφυγες που αφίχθησαν στην χώρα μας,
μεταξύ Ιανουαρίου 2022 και Ιανουαρίου 2023 (μόνον, από τα νησιά Λέσβο, Χίο,
Σάμο, Κω, Λέρο), δηλαδή αύξηση αφίξεων κατά 278% μέσα σε ένα έτος, χωρίς
ακόμα το νέο προσφυγικό ρεύμα των σεισμοπαθών πληθυσμών της νοτιοανατολικής
Τουρκίας και της βόρειας Συρίας, μετά τον καταστροφικό σεισμό της 6ης
Φεβρουαρίου 2023, που αναμένεται να κορυφωθεί σε εμάς, τους μήνες Απρίλιο και
Μάιο.
Τον Ιούνιο του 2021, μετά τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας, ως «ασφαλούς
τρίτης χώρας», [δηλαδή χώρας που δεν παραβιάζει την αρχή της μη-
επαναπροώθησης!] και για άλλες εθνικότητες, όπως το Αφγανιστάν, το Μπαγκλαντές,
το Πακιστάν, τη Σομαλία και την από το 2020 και μετά, μη αποδοχή από την
Τουρκία, άλλων προσφύγων από την Ελλάδα, χιλιάδες αιτούντες άσυλο των οποίων
το αίτημα είχε απορριφθεί βρέθηκαν εγκλωβισμένοι, σχεδόν φυλακισμένοι, σε
άθλιες συνθήκες στα Ελληνικά νησιά σε ένα νομικό κενό, χωρίς δικαιώματα
στέγασης, χρηματικής βοήθειας ή εργασίας. Η υπερφόρτωση των δομών και ειδικά
των κέντρων υποδοχής και ταυτοποίησης (hotspots) κυρίως, στα ελληνικά νησιά
αφενός επιβάρυνε τις ήδη τραγικές κι απάνθρωπες συνθήκες αναγκαστικής
διαβίωσης των ανθρώπων, που συνωστισμένοι σε υπερπλήρεις καταυλισμούς,
υπομένουν για μήνες, χωρίς προοπτική, με σοβαρές ελλείψεις βασικών αγαθών και
ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αφετέρου επέτεινε την έλλειψη ασφάλειας, τις
εντάσεις, τη βία και την εγκληματικότητα.
Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστες τις ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, που για άλλη μια φορά πλήττονται σωματικά και ψυχικά!
H βία κατά των γυναικών συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
και αποτελεί ακραία μορφή διάκρισης. Αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα που έχει τις
ρίζες του στην αλληλεπίδραση κοινωνικών, πολιτιστικών, οικονομικών,
θρησκευτικών και πολιτικών παραγόντων. Συμπεριλαμβάνει όλες τις πράξεις βίας
που συνδέονται με το φύλο και οι οποίες προκαλούν σε γυναίκες σωματική,
σεξουαλική, ψυχολογική, οικονομική βλάβη ή οδύνη, αλλά και τις απειλές για τέτοιες
πράξεις, τον εξαναγκασμό ή την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας, είτε ασκούνται
στο πλαίσιο της δημόσιας είτε της ιδιωτικής τους ζωής, κι ως αποτέλεσμα έχει την
αποστέρηση μελλοντικής προσωπικής, κοινωνικής και οικονομικής τους εξέλιξης.
Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO) υπολογίζει ότι 35% των γυναικών
βιώνουν κάποια μορφή φυσικής ή /και σεξουαλικής βίας σε κάποιο σημείο της
ζωής τους, λόγω του φύλου τους. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο στους
προσφυγικούς πληθυσμούς, όπου οι γυναίκες εκτίθενται σε αυξημένο κίνδυνο
έμφυλης βίας, λόγω της απόλυτης φτώχειας, της έλλειψης ασφάλειας, της διάσπασης
της οικογένειας και της κοινότητας μεταξύ των πληθυσμών που πλήττονται από
συγκρούσεις, αλλά και της δευτερογενούς θυματοποίησης τους στη χώρα υποδοχής,
από τις δημόσιες/κοινωνικές υπηρεσίες. Μία στις πέντε γυναίκες πρόσφυγες
εκτιμάται ότι θα βιώσουν σεξουαλική βία στη διάρκεια της ζωής τους. Με βάση τα
στατιστικά στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες (UNHCR) το
2018 στην Ελλάδα καταγράφηκαν 1.826 περιπτώσεις έμφυλης βίας, επί συνόλου
δεκάδων χιλιάδων αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας. Εξ αυτών
των περιπτώσεων, το 85% αφορούσε περιπτώσεις βίας σε βάρος γυναικών από το
Ιράκ, το Καμερούν, το Κονγκό, το Αφγανιστάν και τη Συρία. Αξιοσημείωτο, ότι οι
επιζήσασες από χώρες της Αφρικής αναφέρουν ότι έπεσαν θύματα κυρίως στις
χώρες καταγωγής τους, σε αντίθεση με τις επιζήσασας από χώρες της Ασίας που
βίωσαν τη βία κυρίως στο ταξίδι της προσφυγιάς, αλλά και στην Ελλάδα.
Στις χώρες προέλευσής τους οι γυναίκες πρόσφυγες, διατρέχουν μεγαλύτερο
κίνδυνο έκθεσης στη βία, λόγω κοινωνικού αποκλεισμού και συχνά οικογενειακού
εγκλεισμού ή ευρύτερων διακρίσεων στην καθημερινή τους ζωή, παράλληλα με ένα
πλήθος αναχρονιστικών παραδόσεων και έμφυλων στερεοτύπων. Ενδεικτικές
μορφές βίας αποτελούν: η επιλεκτική άμβλωση ανάλογα με το φύλο του εμβρύου
που κυοφορούν, ο ξυλοδαρμός κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η υποχρεωτική
βρεφοκτονία θηλυκών νεογνών (θηλυκτονία), η άνιση πρόσβαση σε τρόφιμα, ιατρική
περίθαλψη και εκπαίδευση, ο γάμος σε παιδική ηλικία, ο ακρωτηριασμός γεννητικών
οργάνων (FGM), η σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση από μέλη της
οικογένειας και ξένους, η εμπορία ανθρώπων (trafficking), ο βιασμός, η κακοποίηση
χηρών (συμπεριλαμβανομένων της αρπαγής ιδιοκτησίας). Το χειρότερο είναι ότι,
συχνά οι γυναίκες πρόσφυγες βιώνουν την έμφυλη βία ως μέρος των φυσιολογικών
σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών, λόγω πανάρχαιων παραδόσεων, με
αποτέλεσμα να μην αναζητούν βοήθεια στην χώρα υποδοχής ή να μην διακόπτουν τις
βίαιες σχέσεις, καθώς η βία που υφίστανται υποτιμάται όχι μόνο από την οικογένειά
τους και την κοινότητα στην οποία ανήκουν, αλλά και από τις αρμόδιες υπηρεσίες της
χώρας τους (όπου συχνά στελέχη αυτών των υπηρεσιών, στη βάση της εξουσίας τους,
ασκούν βία στις γυναίκες αυτές), και τελικά η βία αυτή να παραμένει κρυφή.
Στη χώρα υποδοχής, οι γυναίκες πρόσφυγες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο
να βιώσουν βία εξαιτίας των ειδικών περιστάσεων που αφορούν τις σχέσεις τους, τις
κοινότητές τους, αλλά και τη θέση τους στις νέες κοινωνίες, λόγω της αυξημένης
ανασφάλειας που βιώνουν υπό τις συνθήκες και το καθεστώς διαμονής τους εντός
των Δομών, της περιορισμένης πρόσβασης στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, της
έλλειψης πρόσβασης στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και στην αγορά
εργασίας. Σημαντικός είναι και ο κίνδυνος δευτερογενούς θυματοποίησής τους,
λόγω της ανάλγητης μεταχείρισης των θυμάτων, από τις δημόσιες, τις κοινωνικές
υπηρεσίες (την αστυνομία, τους/τις γιατρούς, τις δομές φιλοξενίας, κ.λπ.), αλλά και
από τα μέλη της οικογένειας, καθώς και από ξένους.
Όλες αυτές οι επί μακρόν σωματικές, σεξουαλικές και ψυχολογικές
συμπεριφορές βίας που οι γυναίκες πρόσφυγες, βιώνουν τόσο, στη χώρα προέλευσής
τους όσο και στη διάρκεια του προσφυγικού ταξιδιού, αλλά και στη χώρα υποδοχής
τις οδηγούν σε περαιτέρω εξαθλίωση ψυχική και σωματική. Ακρωτηριασμοί,
ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, ανασφαλείς αμβλώσεις, σεξουαλικά μεταδιδόμενες
λοιμώξεις, κατάθλιψη, άγχος, χρόνιος πόνος, διαταραχές ύπνου, χαμηλή
αυτοεκτίμηση, μερικές από τις συνέπειες της διαρκούς και επίπονης βίας, που οι
γυναίκες πρόσφυγες βιώνουν.
Αυτοί οι παράγοντες οδηγούν τις γυναίκες πρόσφυγες, σε περαιτέρω
κακοποίηση και βία, υφαίνοντας τον φαύλο κύκλο της βίας, ενώ η ίδια η
μεταναστευτική γραφειοκρατική διαδικασία, οι πιέσεις της διαρκούς κίνησης και το
αβέβαιο μέλλον, θέτουν σε αμφισβήτηση τους ρόλους των φύλων, αυξάνουν τις
οικογενειακές εντάσεις, καταλήγοντας συχνά σε ενδοοικογενειακή βία, ενώ δεν είναι
σπάνια τα φαινόμενα γυναικοκτονίας, γνωστά στις προσφυγικές οικογένειες, και ως
«εγκλήματα τιμής». Ωστόσο, τόσο ο ΟΗΕ όσο και το σύνολο των διεθνών
οργανισμών απαντώντας στον ισχυρισμό περί ιστορικών παραδόσεων στην έμφυλη
βία, με αποφάσεις και διακηρύξεις τους τονίζουν πως η παράδοση σταματάει εκεί
που αρχίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των γυναικών είναι
προφανώς απόλυτα ανθρώπινα.
Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, που υπέγραφη στις 11-5-2011 και
κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον ν.4531/2018, ειδικά για τις γυναίκες πρόσφυγες, που
διαμένουν σε τυπικές ή άτυπες δομές φιλοξενίας, ανεξάρτητα από το στάδιο της
διαδικασίας ασύλου στο οποίο βρίσκονται, αναγνωρίζει ότι είναι ιδιαίτερα
ευάλωτες στη βία, και επιπρόσθετα: 1) Απαγορεύει τη διάκριση βάσει
μεταναστευτικής ή προσφυγικής κατάστασης όταν πρόκειται για την εφαρμογή
των προβλέψεων απαιτώντας τη λήψη μέτρων πρόληψης της βίας, υποστήριξης των
θυμάτων με βάση τις ανάγκες των ευπαθών ατόμων 2) Καθιερώνει την πιθανότητα
ανεξάρτητου καθεστώτος διαμονής για γυναίκες πρόσφυγες-θύματα βίας και δίνει
τη δυνατότητα σε θύματα εξαναγκασμένα να παντρευτούν σε μια άλλη χώρα, να
ξανακερδίσουν το καθεστώς διαμονής τους. 3)Λαμβάνοντας υπόψη τις ξεχωριστές
ανησυχίες και ανάγκες των γυναικών που αιτούνται άσυλο από εκείνες των
ανδρών, καθιερώνει την υποχρέωση: α) να αναγνωρίζεται η βία κατά γυναικών με
βάση το φύλο σαν μορφή διωγμού εντός της έννοιας της Σύμβασης περί προσφύγων
του 1951, β) λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές των δύο φύλων εισαγάγει ειδικές
διαδικασίες και υπηρεσίες υποστήριξης στη διαδικασία ασύλου σε σχέση με το
φύλο, 4) Σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης, καθιερώνει υποχρέωση
διασφάλισης των θυμάτων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, τα οποία ανεξαρτήτως
καθεστώτος, δεν επιστρέφονται στις χώρες όπου βρίσκονται σε κίνδυνο ή μπορεί να
υποστούν βασανιστήρια ή εξευτελιστική συμπεριφορά ή τιμωρία.
Αντιμετώπιση-μέτρα στήριξης:
Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ισότητα των Φύλων 2021-2025
και την από Νοεμβρίου 2022, 3 η Ετήσια Έκθεση για τη Βία κατά των Γυναικών, της
Γενικής Γραμματείας Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των
Φύλων μερικές από τις προταθείσες δράσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου
της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, στο προσφυγικό/μεταναστευτικό πεδίο, σε
συνεργασία με Διεθνείς Οργανισμούς και Φορείς της Κοινωνίας των πολιτών είναι:
-Η Επιμόρφωση των επαγγελματιών και στελεχών του δημόσιου τομέα στα
θέματα της έμφυλης βίας
-Η Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του ευρύτερου πληθυσμού για την ισότητα
των φύλων και την πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας
-Η Πρόληψη και αντιμετώπιση trafficking - πορνείας - survival sex με
προγράμματα εθελούσιας επαγγελματικής κατάρτισης, μαθητείας, επαγγελματικού
προσανατολισμού των γυναικών θυμάτων έμφυλης βίας και ενίσχυσης της
πρόσβασής τους στην αγορά εργασίας
-Η Προώθηση της ισότητας στην Περιφερειακή & Τοπική Αυτοδιοίκηση με
προγράμματα ενδυνάμωσης των θυμάτων έμφυλης βίας, στήριξης της απασχόλησης
και της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, αλλά και με δράσεις ένταξης μέσω του
πολιτισμού και αθλητισμού.
-Η Προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών προσφύγων και αιτουσών ασύλου
μέσω συνέχισης των προγραμμάτων εκπαίδευσης του προσωπικού των Κέντρων
Υποδοχής και Ταυτοποίησης σε θέματα Εμπορίας Ανθρώπων, καθώς και επέκτασής
τους στο προσωπικό των ανοιχτών δομών φιλοξενίας.
-Ένταξη της διάστασης του φύλου σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Με την
Επιμόρφωση εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο
αντικείμενο της Συμπεριληπτικής Σεξουαλικής Εκπαίδευσης (ΣΣΕ), η οποία μπορεί
να λειτουργήσει ως μέσο πρόληψης κατά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και
σύγχρονης δουλείας.
-Δημιουργία ενός μητρώου των ΜΚΟ γυναικείων οργανώσεων για σωστή
συνεργασία μεταξύ των οργανώσεων γυναικών.
- Επιμόρφωση στελεχών του Δικτύου Δομών, της ΓΓΔΟΠΙΦ και του Κέντρου
Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ) στο εργαλείο της βάσης δεδομένων, στην
ποινική διαμεσολάβηση και στα προγράμματα για θύτες.
-Δια βίου εκπαίδευση των στελεχών του Δικτύου Δομών, της ΓΓΔΟΠΙΦ και του
ΚΕΘΙ στο πλαίσιο της κοινωνικής θεωρίας φύλου
- Η Αναβάθμιση του τεχνολογικού εξοπλισμού των δομών του Δικτύου και η
υποστήριξη με νέες ψηφιακές πλατφόρμες και εφαρμογές
- Εφαρμογή προγραμμάτων για παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας-εκπροσώπησης
σε θύματα βίας
-Εφαρμογή προγράμματος δημιουργικής απασχόλησης των παιδιών που
φιλοξενούνται στους Ξενώνες Φιλοξενίας και στα Συμβουλευτικά Κέντρα
- Η λειτουργία νέων δομών (Συμβουλευτικών Κέντρων και Ξενώνων Φιλοξενίας)
από τους ΟΤΑ α΄ βαθμού
-Κατάρτιση ιατρικού προσωπικού, κοινωνικών λειτουργών, του προσωπικού των
δομών της ΓΓΔΟΠΙΦ και της αστυνομίας για τις μεθόδους αντιμετώπισης της βίας
κατά των γυναικών
- Πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας στον κυβερνοχώρο
- Εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης σε κάθε μία μορφή βίας κατά των
γυναικών θυμάτων και ειδικά θυμάτων ακρωτηριασμού γυναικείων οργάνων,
πρόωρων και καταναγκαστικών γάμων.
- Ενημέρωση των γυναικών προσφύγων, μεταναστριών, αιτουσών ασύλου και των
παιδιών τους για τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα
Περαιτέρω, οι προτάσεις πλείστων φορέων της Κοινωνίας των πολιτών,
βασιζόμενες όχι μόνον σε στατιστικά αλλά και σε γνωστικά/εμπειρικά
αποτελέσματα λαμβανομένων υπόψη των τραγικών συνθηκών υποδοχής και μακράς
παραμονής των προσφυγικών πληθυσμών, στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης
των νησιών, αλλά και σε άλλες Δομές, που οδηγούν στην εύκολη στοχοποίηση των
ευάλωτων ατόμων και ευνοούν την de facto επικράτηση του ισχυρού, συντείνουν:
1) Στην άμεση λήψη μέτρων για καλύτερη στελέχωση των υπηρεσιών
εξέτασης των αιτημάτων διεθνούς προστασίας, στην βελτίωση των συνθηκών
υποδοχής, στην ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση τόσο της ιατρικής και
ψυχοκοινωνικής υποστήριξης όσο και των κρατικών διαδικασιών υποδοχής και
ταυτοποίησης, στην ταχεία, αλλά καλά σχεδιασμένη αποσυμφόρηση των νησιών,
χωρίς τη μεταφορά του προβλήματος στην ενδοχώρα, μέσω της απομάκρυνσης,
δηλαδή της αλλαγής περιβάλλοντος του θύματος από τον δράση.
2) Στον σχεδιασμό μίας συνολικής στρατηγικής στο επίπεδο της εκπαίδευσης
της γυναίκας και ένταξής της στην αγορά εργασίας. Για το λόγο αυτό είναι
σημαντική κρίνεται η ενδυνάμωση της ίδιας της κοινότητας των γυναικών
προσφύγων, κυρίως, της νέας γενιάς, που θα διαμορφωθεί σε ζύμωση με τις νέες
συνθήκες.
3) Στην ενίσχυση των δημοσίων δομών υγείας, με γυναικείο ιατρικό
προσωπικό αλλά και με διερμηνείς καθώς η έλλειψη αυτών– ειδικότερα κατά τον
τοκετό – εμποδίζουν την πλήρη επικοινωνία με το ιατρικό προσωπικό, επιβαρύνοντας
περαιτέρω την υγεία των ίδιων και των νεογέννητων παιδιών τους.
4) Στην δωρεάν νομική προστασία/υποστήριξη πολλαπλών εμποδίων που
αντιμετωπίζουν αναφορικά τόσο με την πλοήγησή τους στις διαδικασίες ασύλου,
εξαιτίας γλωσσικών εμποδίων αλλά και της περιορισμένης πρόσβασης σε νομική
πληροφόρηση.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Ως επίλογο, στο πρόβλημα της έμφυλης βίας ειδικά στο πεδίο των
προσφύγων θα ήθελα να λάβουμε υπόψη ότι οι τραυματικές εμπειρίες των Γυναικών
αυτών δεν θα μπορούσαν και δεν θα έπρεπε να μας αφήσουν ανεπηρέαστους/ες… …
Όσο κι αν νομίζουμε ότι το πρόβλημα της βίας κατά των γυναικών προσφύγων δεν
μας αφορά, το βέβαιο είναι ότι έστω και έμμεσα μας επηρεάζει. Καθώς οι γυναίκες
αυτές που αποτελούνται από ανομοιογενείς εθνικά, κοινωνικά, μορφωτικά ομάδες, με
διαφορετικές αξίες, παραδόσεις, κουλτούρα δεν παύουν να είναι άνθρωποι με βασικές
ανάγκες (αυτάρκειας, αξιοπρέπειας, επικοινωνίας, απασχόλησης). Δεν παύουν να
είναι μητέρες ή μέλη οικογενειών, που μέσα από τις τραυματικές εμπειρίες τους τους
καλλιεργείται το αίσθημα της κατάφορης αδικίας, γιατί όχι και της εκδικητικότητας,
την ίδια στιγμή που και οι δικές μας κοινωνίες βιώνουν την αποδόμηση των ηθικών
αξιών και ιδεολογικών τους συστημάτων. Οι γυναίκες πρόσφυγες θύματα έμφυλης
βίας είναι επιβεβλημένο να στηριχθούν από την Πολιτεία, από την κοινωνία αλλά και
κάθε έναν από εμάς. Είναι αναγκαίο να στηριχθούν ψυχικά, να εκπαιδευτούν, να
εργαστούν, να γίνουν αποδεκτές, να νιώσουν ασφαλείς και να ενταχθούν άμεσα, ως
παραγωγικά πια μέλη, στην κοινωνία μας. Και σε αυτό μπορούμε να συμβάλλουμε ο
κάθε ένας και η κάθε μία από εμάς, δείχνοντας τους ανθρωπιά και κατανόηση. Γιατί
εκτός από Πολιτική βούληση και δράσεις χρειάζεται και ατομική βούληση κυρίως
όμως, χρειάζεται προσωπική ενσυναίσθηση…
